γλυκαντικός

-ή, -ό (Α γλυκαντικός, -ή, -όν) [γλυκαίνω]
1. ο κατάλληλος για γλύκανση, αυτός που παρέχει το αίσθημα τού γλυκού
νεοελλ.
1. ο καταπραϋντικός
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γλυκαντικά
φυσικές ή τεχνητές ουσίες που προστίθενται σε άλλες για να τίς γλυκάνουν.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλυκαντικός — ή, ό αυτός που γλυκαίνει: Η σακχαρίνη είναι γλυκαντική ουσία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλυκαντικόν — γλυκαντικός of masc acc sg γλυκαντικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκαντικῶς — γλυκαντικός of adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σακχαρίνη — Οργανική ένωση που έχει τον τύπο C6H4COSO2NH· είναι το κυκλικό ιμμίδιο του ορθοσουλφοβενζοϊκού οξέος. Είναι ουσία λευκή κρυσταλλική, λίγο διαλυτή στο ψυχρό ύδωρ και γι’ αυτό χρησιμοποιείται υπό μορφή νατριούχου άλατος που είναι διαλυτό στο νερό.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.